Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

Τοπικές γιορτές

Βίος τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἱλαρίωνος ἐπισκόπου Μογλενῶν

Ὁ ὅ­σιος πα­τὴρ ἡ­μῶν Ἱ­λα­ρί­ων ἔ­λαμ­ψε στὸ νο­η­τὸ στε­ρέ­ω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τὸν 12ο αἰ. μ.Χ. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν τα­πει­νοὶ καὶ θε­ο­φο­βού­με­νοι. Εἶ­χαν ἐ­πι­με­λη­θεῖ ὅ­λες τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ καὶ περ­νοῦ­σαν τὶς ἡ­μέ­ρες τους μέ­σα στὴν προ­σευ­χή. Τὸ μό­νο λυ­πη­ρὸ γε­γο­νὸς ποὺ συ­σκί­α­ζε τὴν εἰ­ρη­νι­κὴ ζω­ή τους ἦ­ταν ἡ ἀ­τε­κνί­α τους. Ἡ μη­τέ­ρα του προ­σευ­χό­ταν συ­νε­χῶς, γιὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σει υἱ­ὸ καὶ ἀ­πευ­θυ­νό­ταν κυ­ρί­ως στὴν Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κο, ποὺ εἶ­ναι τῶν θλι­βο­μέ­νων ἡ χα­ρά. Ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα, κά­ποι­α νύ­κτα τῆς φα­νε­ρώ­θη­κε στὸν ὕ­πνο ἡ Πα­να­γί­α καὶ τῆς ἀ­νήγ­γει­λε ὅ­τι εἰ­σα­κού­σθη­καν οἱ προ­σευ­χές της καὶ ὅ­τι θὰ ἀ­πο­κτή­σει υἱ­ὸ καὶ αὐ­τὸς θὰ με­τα­στρέ­ψει πολ­λοὺς ἀ­πὸ τὴν πλά­νη στὸ φῶς τῆς θε­ο­γνω­σί­ας. Πράγ­μα­τι, με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο και­ρό, κα­τὰ τὴν πρόρ­ρη­ση τῆς Θε­ο­μή­το­ρος, ἡ γυ­ναί­κα συ­νέ­λα­βε καὶ γέν­νη­σε υἱ­ό, τὸν ὁ­ποῖ­ο ὀ­νό­μα­σε Ἱ­λα­ρί­ω­να.
Ὁ ἅ­γιος ἀ­πὸ νη­πια­κῆς ἡ­λι­κί­ας εἶ­χε πά­νω του πλού­σια τὴν χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, ἀ­φοῦ σὲ ἡ­λι­κί­α τρι­ῶν χρό­νων καὶ ἐ­νῶ ἀ­κό­μη συλ­λά­βι­ζε, ἔ­ψαλ­λε τὸν τρι­σά­γιο ἀγ­γε­λι­κὸ ὕ­μνο.
Ὅ­ταν συμ­πλή­ρω­σε τὰ δε­κα­ο­κτώ του χρό­νια, ἄ­φη­σε τοὺς γο­νεῖς του καὶ τὸν κό­σμο καὶ προ­τί­μη­σε τὸν μο­να­χι­κὸ βί­ο. Με­τέ­βη σὲ κά­ποι­ο μο­να­στῆ­ρι τῆς πε­ρι­ο­χῆς του καὶ ἐ­κά­ρη μο­να­χός. Ὡς μο­να­χὸς ἐ­κτε­λοῦ­σε πρό­θυ­μα κά­θε ὑ­πη­ρε­σί­α καὶ ἀ­πο­στο­λή του, ἐ­νῶ συγ­χρό­νως ζοῦ­σε μὲ με­γά­λη ἄ­σκη­ση, ὥ­στε νὰ ὑ­πε­ρη­φα­νεύ­ον­ται καὶ νὰ μι­λοῦν γι' αὐ­τὸν οἱ ἀ­δελ­φοὶ τοῦ μο­να­στη­ριοῦ. Ὅ­ταν πέ­ρα­σε ἀρ­κε­τὸς και­ρὸς καὶ ὁ ἡ­γού­με­νος κα­τά­λα­βε τὴν σύν­το­μη ἔ­ξο­δό του πρὸς τὸν Κύ­ριο, ἔ­δω­σε ἐν­το­λὴ νὰ συγ­κεν­τρω­θοῦν ὅ­λοι οἱ ἀ­δελ­φοὶ τοῦ μο­να­στη­ριοῦ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς δι­δά­σκει καὶ νὰ τοὺς ἀ­φή­νει τὶς τε­λευ­ταῖ­ες του ὑ­πο­θῆ­κες. Τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο ποὺ ἔ­κα­νε ἦ­ταν νὰ ἀ­φή­σει τὴν γε­ρον­τί­α τοῦ μο­να­στη­ριοῦ στὸν ὅ­σιο Ἱ­λα­ρί­ω­να. Ἔ­τσι, με­τὰ πα­ρέ­λευ­ση λί­γου χρό­νου, ὁ μὲν ἡ­γού­με­νος πα­ρέ­δω­σε τὸ πνεῦ­μα του στὸν Κύ­ριο, ὁ δὲ ὅ­σιος Ἱ­λα­ρί­ων τὸν δι­α­δέ­χθη­κε στὴν ἡ­γου­με­νί­α καὶ δὲν ἀ­να­δεί­χθη­κε ἁ­πλῶς κλη­ρο­νό­μος τοῦ γέ­ρον­τός του, ἀλ­λὰ καὶ συ­νε­χι­στής του στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῆς ψυ­χῆς, στὴν ἀ­ρε­τὴ καὶ στὴν προ­σευ­χή. Φρόν­τι­ζε νὰ δι­α­φυ­λάτ­τει κα­λὰ τὸ ποί­μνιο ποὺ τοῦ ἐμ­πι­στεύ­θη­κε ὁ Θε­ὸς καὶ ὁ γέ­ρον­τάς του.
Σὲ αὐ­τὴ τὴν προ­σπά­θειά του τὸν βο­η­θοῦ­σε πο­λὺ καὶ τὸ χά­ρι­σμα τῆς θαυ­μα­τουρ­γί­ας, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε λά­βει ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριο. Κά­ποι­α χρο­νιά, ποὺ ὁ­λό­κλη­ρη ἡ πε­ρι­ο­χὴ μα­στι­ζό­ταν ἀ­πὸ πεῖ­να καὶ πα­ρε­τη­ρεῖ­το ἔλ­λει­ψη σί­του, οἱ ἀ­δελ­φοὶ τοῦ μο­να­στη­ριοῦ, ὅ­πως ὅ­λος ὁ κό­σμος, βρί­σκον­ταν σὲ με­γά­λη στε­νο­χώ­ρια καὶ ὑ­πέ­φε­ραν πο­λύ. Τό­τε ὁ μα­κά­ριος Ἱ­λα­ρί­ων πα­ρα­δό­θη­κε ὁ­λό­κλη­ρος στὴν προ­σευ­χὴ καὶ μὲ δά­κρυ­α γο­να­τι­στὸς ἱ­κέ­τευ­ε τὸν φι­λάν­θρω­πο Θε­ὸ νὰ τοὺς βο­η­θή­σει. Πράγ­μα­τι ὁ Θε­ός, ποὺ εἰ­σα­κού­ει τὶς προ­σευ­χὲς αὐ­τῶν ποὺ τὸν φο­βοῦν­ται καὶ πραγ­μα­το­ποι­εῖ τὸ θέ­λη­μά τους, θαυ­μα­τουρ­γι­κὰ γέ­μι­σε τὶς ἀ­πο­θῆ­κες τοῦ μο­να­στη­ριοῦ μὲ σι­τά­ρι, καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸ σύν­νε­φο τῆς θλί­ψε­ως ποὺ εἶ­χε κα­τα­λά­βει τοὺς ἀ­δελ­φούς, γρή­γο­ρα δι­α­λύ­θη­κε. Ὄ­χι μό­νο τοὺς ἀ­δελ­φοὺς τῆς μο­νῆς χόρ­τα­σε, ἀλ­λὰ σὰν ἄλ­λος Ἰ­ω­σὴφ «ἤ­νοι­ξε τὰς ἀ­πο­θή­κας καὶ ἐ­πώ­λει τοῖς Αἰ­γυ­πτί­οις» (Γέν. 41,56). Ὅ­λοι ὅ­σοι ἀ­πὸ κά­θε τό­πο προ­σέ­τρε­χαν ἐ­κεῖ πι­ε­ζό­με­νοι ἀ­πὸ τὴν πεῖ­να, ἔ­φευ­γαν πί­σω στὰ σπί­τια τους χορ­τα­σμέ­νοι ψυ­χι­κῶς καὶ σω­μα­τι­κῶς. Ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τοῦ καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων θαυ­μά­των ἡ φή­μη του δι­α­δό­θη­κε παν­τοῦ σὲ ὅ­λα τὰ μέ­ρη καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε τό­πος ποὺ νὰ μὴν ἀ­κού­σθη­κε τὸ κα­λὸ ἄγ­γελ­μα γιὰ τοὺς ἄ­θλους καὶ τὰ κα­τορ­θώ­μα­τά του. Πολ­λοὶ ἐγ­κα­τέ­λει­παν τὸν κό­σμο καὶ γί­νον­ταν μο­να­χοὶ παίρ­νον­τας τὸ ἅ­γιο σχῆ­μα ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια του. Ὁ ἴ­διος ὁ ἅ­γιος Ἱ­λα­ρί­ων ἀ­κο­λου­θών­τας τὸ πα­ρά­δειγ­μα τῶν Πα­τέ­ρων τὸν μὲν ἑ­αυ­τό του ἔ­βα­ζε πιὸ κά­τω ἀ­πὸ ὅ­λους, ἐ­νῶ τὰ κα­τορ­θώ­μα­τά του τὰ ἀ­πέ­δι­δε στὸν Θε­ό. Πάν­το­τε ἔ­λε­γε: «Μὴ ἡ­μῖν, Κύ­ρι­ε, μὴ ἡ­μῖν, ἀλ­λ' ἢ τῷ ὀ­νό­μα­τί σου δὸς δό­ξαν» (Ψ. 113,9).
Ὅ­πως ἐμ­φα­νί­σθη­κε ἡ Θε­ο­τό­κος στὴν μη­τέ­ρα του καὶ τῆς ἀ­νήγ­γει­λε τὴν γέν­νη­σή του, ἔ­τσι ἐμ­φα­νί­σθη­κε καὶ στὸν μα­κα­ρι­ώ­τα­το Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο Ἀ­χρί­δος Εὐ­στά­θιο καὶ τοῦ εἶ­πε τὰ ἑ­ξῆς: «Μὴ τὸ κρα­τᾶς μα­κριὰ τὸ λυ­χνά­ρι, Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πε, ἀλ­λὰ το­πο­θέ­τη­σε τὸ φῶς στὸ λυ­χνά­ρι. Τὸ λέ­γω αὐ­τὸ γιὰ τὸν Ἱ­λα­ρί­ω­να, τὸν Γέ­ρον­τα τοῦ Κοι­νο­βί­ου, τὸν ὁ­ποῖ­ο παίρ­νον­τας το­πο­θέ­τη­σέ τον ὡς ποι­με­νάρ­χη τοῦ λα­οῦ τῶν Μο­γλε­νῶν, για­τὶ αὐ­τὸς πολ­λοὺς θὰ ἐ­πα­να­φέ­ρει ἀ­πὸ τὴν πλά­νη καὶ θὰ τοὺς φω­τί­σει μὲ τὸ φῶς τῆς θε­ο­γνω­σί­ας». Τὴν ἴ­δια νύ­κτα καὶ ὁ ὅ­σιος Ἱ­λα­ρί­ων ἐ­πί­σης μὲ ἕ­να θε­ό­σταλ­το ὅ­ρα­μα ἔ­λα­βε τὴν πλη­ρο­φο­ρί­α ὅ­τι εἶ­ναι θέ­λη­μα Θε­οῦ νὰ γί­νει ἐ­πί­σκο­πος.
Δὲν πέ­ρα­σαν πολ­λὲς ἡ­μέ­ρες καὶ ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Εὐ­στά­θιος προ­σκά­λε­σε τὸν ἅ­γιο Ἱ­λα­ρί­ω­να καὶ τὸν χει­ρο­τό­νη­σε Ἐ­πί­σκο­πο Μο­γλε­νῶν, ποὺ εἶ­ναι πό­λη τῆς Μα­κε­δο­νί­ας
[1]. Ὡς ἐ­πί­σκο­πος ὁ ἅ­γιος Ἱ­λα­ρί­ων δί­δα­σκε πα­τρι­κὰ τοὺς πι­στοὺς νὰ κρα­τοῦν ἀ­νό­θευ­τη τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη, νὰ ἐ­φαρ­μό­ζουν τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Κυ­ρί­ου, νὰ ἀ­κο­λου­θοῦν μό­νον ἐ­κεί­νους ποὺ δι­δά­σκουν Ὀρ­θό­δο­ξα, νὰ ἀ­πο­φεύ­γουν κά­θε αἵ­ρε­ση, τὶς κε­νο­δο­ξί­ες καὶ μα­ται­ό­τη­τές τους. Ἐ­πί­σης τοὺς δί­δα­ξε νὰ προ­στρέ­χουν στὴν Συ­νο­δι­κὴ Κα­θο­λι­κὴ Ἐκ­κλη­σί­α καὶ νὰ ἀ­πο­φεύ­γουν κά­θε ἄν­θρω­πο ποὺ δὲν βα­δί­ζει ὀρ­θά. Νὰ πι­στεύ­ουν στὸ δόγ­μα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος, στε­ρε­ω­μέ­νοι πά­νω στὴν πέ­τρα τοῦ Χρι­στοῦ καὶ στὸν ζω­ο­δό­τη Σταυ­ρό Του, ποὺ θὰ τὸν χρη­σι­μο­ποι­οῦν σὰν ὅ­πλο στοὺς ἀ­ο­ρά­τους ἐ­χθρούς. Ἀ­κό­μη νὰ τι­μοῦν τὰ λεί­ψα­να τῶν ἁ­γί­ων, ἀ­φοῦ οἱ ἅ­γιοι εἶ­ναι φί­λοι τοῦ Θε­οῦ καὶ εὑ­ρί­σκον­ται κον­τά Του. Νὰ κρα­τοῦν ὅ­λες τὶς πα­ρα­δό­σεις τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ νὰ ἀ­πο­κό­ψουν ἀ­πὸ τὴν κοι­νω­νί­α τους ὅ­λους τοὺς αἱ­ρε­τι­κούς, ὅ­πως τὸν Ἄ­ρει­ο, Εὐ­νό­μιο, Σα­βέ­λιο καὶ τὸν Μα­κε­δό­νιο, Ἀ­πολ­λι­νά­ριο, Ὠ­ρι­γέ­νη κ.λπ. Ἀ­κού­γον­τας αὐ­τὰ οἱ πι­στοὶ δό­ξα­ζαν τὸν Θε­ό, ποὺ τοὺς δώ­ρι­σε τέ­τοι­ο ποι­με­νάρ­χη καὶ δι­δά­σκα­λο. Ἀν­τί­θε­τα οἱ αἱ­ρε­τι­κοί, ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­παν αὐ­τά, φθο­νοῦ­σαν καὶ ὀρ­γί­ζον­ταν καὶ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ταν.
Ἡ πε­ρι­ο­χὴ ποὺ ἀρ­χι­ε­ρά­τευ­ε ὁ ὅ­σιος Ἱ­λα­ρί­ων δυ­στυ­χῶς ἦ­ταν γε­μά­τη ἀ­πὸ τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τοὺς μο­νο­φυ­σί­τες Ἀρ­με­νί­ους καὶ Βο­γο­μί­λους. Οἱ αἱ­ρε­τι­κοὶ αὐ­τοὶ προ­σπά­θη­σαν σὰν ἄ­γρια θη­ρί­α νὰ κα­τα­σπα­ρά­ξουν τὸ ποί­μνιο καὶ νὰ ἐμ­πλέ­ξουν τὸν Ἅ­γιο καὶ τοὺς πι­στοὺς σὲ δι­ά­φο­ρες ὀ­λέ­θρι­ες πα­γί­δες καὶ συ­κο­φαν­τί­ες. Ὁ Ἱ­λα­ρί­ων βλέ­πον­τας τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη αὐ­τὴ κα­κί­α κα­θη­με­ρι­νῶς νὰ με­γα­λώ­νει στε­νο­χω­ρι­ό­ταν καὶ θλι­βό­ταν καὶ ὡς ποι­με­νάρ­χης ἀ­νύ­στα­κτος ποὺ ἦ­ταν, ἔ­κα­νε θερ­μὴ προ­σευ­χὴ στὸν Παν­το­δύ­να­μο Θε­ὸ νὰ κλεί­σει τὰ ἀ­πε­ρί­φρα­κτα στό­μα­τα τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν. Πα­ράλ­λη­λα συγ­κρα­τοῦ­σε τοὺς πι­στοὺς μὲ δι­ά­φο­ρες δι­δα­σκα­λί­ες στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη. Τὰ ζι­ζά­νια τῶν Βο­γο­μί­λων εἶ­χαν ἐ­ξα­πλω­θεῖ στὸν ὀρ­θό­δο­ξο ἀ­γρό του. Καὶ δὲν πή­γαι­νε χα­μέ­νος ὁ κό­πος τοῦ ἐρ­γα­τι­κοῦ ποι­μέ­νος. Ἡ­μέ­ρα μὲ τὴν ἡ­μέ­ρα αὐ­ξα­νό­ταν ὁ ἀ­ριθ­μὸς ἐ­κεί­νων ποὺ ἀ­παρ­νοῦν­ταν τὶς πλά­νες τῶν Βο­γο­μί­λων καὶ ἐ­πέ­στρε­φαν στὴν ἀ­λη­θι­νὴ Ἐκ­κλη­σί­α.
Τὰ κα­τορ­θώ­μα­τα τοῦ ἁ­γί­ου καὶ τὴν θαυ­μα­στή του ἐ­πί­δρα­ση στοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε καὶ ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας Μα­νου­ὴλ Κο­μνη­νός, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ ἔ­στει­λε ἐ­πι­στο­λὴ καὶ τοῦ ἔ­λε­γε νὰ ξε­κα­θα­ρί­σει ἀ­πὸ τὴν αἵ­ρε­ση τῶν Βο­γο­μί­λων τὸ χρι­στι­α­νι­κὸ ποί­μνιο. Πολ­λοὶ αἱ­ρε­τι­κοὶ πῆ­ραν μέ­ρος στὴν σύ­να­ξη τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ συγ­κα­τα­τέ­θη­καν νὰ λά­βουν τὸ ἅ­γιο Βά­πτι­σμα ἀ­πο­τασ­σό­με­νοι τε­λι­κὰ τὴν αἵ­ρε­σή τους. Ἔ­τσι πολ­λα­πλα­σι­ά­σθη­κε τὸ Ὀρ­θό­δο­ξο ποί­μνιο καὶ μει­ώ­θη­κε αἰ­σθη­τὰ ἡ αἱ­ρε­τι­κὴ πα­ρα­συ­να­γω­γή.
Ὁ μα­κά­ριος Ἱ­λα­ρί­ων θέ­λον­τας νὰ βο­η­θή­σει οὐ­σι­α­στι­κὰ τὴν πε­ρι­ο­χὴ ποὺ μα­στι­ζό­ταν ἀ­πὸ τοὺς Βο­γο­μί­λους, ἵ­δρυ­σε μο­νὴ στὸ ὄ­νο­μα τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων. Ἔ­κτι­σε μιὰ θαυ­μά­σια ἐκ­κλη­σί­α, ποὺ προ­κα­λοῦ­σε τὸν θαυ­μα­σμὸ τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ τοὺς πα­ρα­κι­νοῦ­σε νὰ δο­ξο­λο­γή­σουν τὸν Θε­ό. Σ' αὐ­τὸ τὸ μο­να­στή­ρι κοι­νο­βί­α­σαν πλῆ­θος μο­να­χῶν, τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­πι­σκε­πτό­ταν, κα­τη­χοῦ­σε καὶ δί­δα­σκε.
Τὸ ὑ­πό­λοι­πο δι­ά­στη­μα τῆς ζω­ῆς του ἦ­ταν εἰ­ρη­νι­κό. Ὁ ἅ­γιος σὰν νὰ ἦ­ταν ἕ­να κα­τά­φορ­το δέν­δρο ἔ­τρε­φε μὲ τὴν δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὸ πα­ρά­δειγ­μά του ὅ­λους τοὺς εὐ­σε­βεῖς κα­τοί­κους τῶν Μο­γλε­νῶν καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­κεί­νους ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἦ­ταν αἱ­ρε­τι­κοὶ καὶ με­τα­στρά­φη­καν στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη. Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε πο­λὺς και­ρός, προ­εῖ­δε τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή του ἀ­πὸ τὴν πα­ροῦ­σα ζω­ή, συγ­κά­λε­σε τοὺς μο­να­χοὺς τοῦ μο­να­στη­ριοῦ τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων, τοὺς ἔ­δω­σε τὶς τε­λευ­ταῖ­ες πνευ­μα­τι­κὲς ὑ­πο­θῆ­κες του καὶ πα­ρέ­δω­σε τὸ πνεῦ­μα του στὸν Κύ­ριο.
Εν­τα­φι­ά­σθη­κε στὸ μο­να­στή­ρι, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ὁ ἴ­διος ἱ­δρύ­σει στὰ Μο­γλε­νά. Ἐ­κεῖ ἀ­κό­μη καὶ με­τὰ τὸν θά­να­τό του ἔ­κα­νε ἐμ­φα­νῆ τὴν πα­ρου­σί­α του καὶ φρόν­τι­ζε γιὰ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ πο­ρεί­α τῶν μο­να­χῶν. Ἀ­κό­μη ὁ τά­φος του, ποὺ πε­ρι­εῖ­χε τὰ ἱ­ε­ρὰ λεί­ψα­νά του, θε­ρά­πευ­ε πολ­λὲς ἀ­σθέ­νει­ες τῶν προ­σερ­χο­μέ­νων στὴν μο­νὴ καὶ ἐκ­ζη­τούν­των τὴν βο­ή­θειά του. Ἀρ­γό­τε­ρα μὲ αὐ­το­κρα­το­ρι­κὴ δι­α­τα­γὴ ἀ­νοί­χτη­κε ὁ τά­φος καὶ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν τὰ πάν­τι­μα λεί­ψα­να τοῦ ἁ­γί­ου καὶ μά­λι­στα φα­νε­ρώ­θη­κε τὸ ση­μεῖ­ο νὰ ἐκ­βλυ­στά­νουν μῦ­ρα οἱ κόγ­χες τῶν ὀ­φθαλ­μῶν του. Τὸ ἅ­γιο καὶ εὐ­ω­δια­στὸ μῦ­ρο ἔ­τρε­χε σὰν πο­τά­μι ἀ­πὸ τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς τοῦ ὁ­σί­ου Ἱ­λα­ρί­ω­νος.
Τὰ λεί­ψα­νά του εἶ­χαν μιὰ ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτη πε­ρι­πλά­νη­ση. Με­τα­φέρ­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Βούλ­γα­ρο τσά­ρο Ἰ­ω­άν­νη Ἀ­σά­νη στὸ Τύρ­νο­βο στὸν να­ὸ τῶν ἁ­γί­ων Τεσ­σα­ρά­κον­τα πε­ρὶ τὸ 1204 ἢ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα. Με­τέ­πει­τα πε­ρι­φρο­νή­θη­καν ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους καὶ στὸ τέ­λος με­τα­φέρ­θη­καν στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη.
Ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου τιμᾶται κάθε χρόνο στὶς 21 Ὀκτωβρίου. Τὴν σημερινὴ ἀκολουθία του τὴν συνέθεσε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Ἰωήλ.

[1]. Ἡ ἀρχαιολόγος Δ. Εὐγενίδου στὴν ἐργασία της «Τὸ κάστρο τῆς Χρυσῆς καὶ τὸ θέμα τῶν Μογλενῶν», Θεσσαλονίκη 1986 (ἀνάτυπο ἀπὸ τὸν τιμητικὸ τόμο γιὰ τὸν καθηγητὴ Μ. Ἀνδρόνικο), σ. 333, σημειώνει πὼς «ἡ φυσικὴ περιοχὴ τῶν Μογλενῶν ἐντοπίζεται στὸν χῶρο ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὸ βουνὸ Πάϊκο στὴν ΝΑ πλευρά, τὸν Βόρα (Καϊμακτσαλὰν) στὴν ΒΔ πλευρά. Ἕνας χῶρος ποὺ καλύπτει 30.000 ἐκτάρια πεδινὰ καὶ εὔφορα. Ἐπίσης ἀναφέρει πὼς ἡ ἐπισκοπὴ τῶν Μογλενῶν εἶναι μιὰ ἐπισκοπὴ ποὺ ὑπάρχει τοὐλάχιστον ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 10ου αἰῶνος. Ἐλέγχει μιὰ μεγάλη περιοχὴ καὶ εὑρίσκεται σὲ ἀρκετὰ ὑψηλὴ θέση στὴν τάξη τῶν θρόνων τῆς ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχρίδος. Π.χ. τὸν 12ο αἰῶνα ἀναφέρεται στὴν θ΄ σειρά (ὅπ.π.).

Δεν υπάρχουν σχόλια: