Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2008

Η Μεγάλη Μάχη των Γιαννιτσών

Ομιλία για την απελευθέρωση των Γιαννιτσών
Παπαδόπουλος Χαράλαμπος
Καθηγητής 1ου ΓΕΛ Γιαννιτσών

20 Οκτωβρίου 1912. Μέρα γιορτινή, μέρα χαρμόσυνη για τη πόλη μας. Τα Γιαννιτσά γιορτάζουν την απελευθέρωσή τους από τον τουρκικό ζυγό. Στις 20 Οκτωβρίου 1912 στις 10 το πρωί, ο Ελληνικός Στρατός έμπαινε στη πόλη των Γιαννιτσών. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος πρωθυπουργός της Ελλάδας, μαθαίνει μέσω του Γενικού Στρατηγείου ότι η αντίσταση των Τούρκων στην Ιερή τους Πόλη έχει αρθεί και ότι η πρωτεύουσα της Μακεδονίας, η Θεσσαλονίκη βρίσκεται ουσιαστικά σε ελληνικά χέρια, αφού η Τουρκική παράδοση είναι βέβαιη. Έφτασε η μέρα να κλείσει το κεφάλαιο της σκλαβιάς, της καταπίεσης, της ατιμίας, της πίκρας, που για περίπου 500 χρόνια επέτρεψε να περάσουμε ο Θεός σύμφωνα με τις ανεξιχνίαστες βουλές Του. Για να πάρουμε μια ιδέα για τα βάσανα των προγόνων μας ας διαβάσουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη μας «Η Αγία νεομάρτυς Χρυσή». « Επειδή κατά την εξωτερική εμφάνιση ήταν πάγκαλος, ένας από τους Τούρκους του χωριού, που η προφορική παράδοση λέει πως ήταν αγάς, τρώθηκε από δαιμονικό έρωτα γι’ αυτήν και επιζητούσε ευκαιρία να εκπληρώσει τις πονηρές του επιθυμίες. Πράγματι μια των ημερών, που η νεαρή Χρυσή μαζί με άλλες γυναίκες του χωριού , βγήκε να μαζέψει ξύλα, τότε ο πονηρός επίβουλος της αγίας με τη συνδρομή και άλλων συμπατριωτών του επέδραμε στο τόπο της συλλογής κι άρπαξε την αγία και την μετέφερε στο σπίτι του. Την τακτική αυτή την εφάρμοζαν πολύ συχνά οι Τούρκοι. Υπήρχε σχέδιο τελείας εξοντώσεως των Ρωμιών. Οι εξισλαμισμοί ήταν ομαδικοί ή μεμονωμένοι. Φυσικά γινόντουσαν κατόπιν πιέσεως, κολακείας, βίας και εξαναγκασμού. Στους αρνησίχριστους πρόσφεραν μεγάλες τιμές και πλούτη. Οι Τούρκοι θεωρούσαν τον εξισλαμισμό μεγάλη και σπουδαία πράξη ευλαβείας. Οι συνθήκες ζωής ήταν δύσκολες, οι φόροι δυσβάστακτοι, οι διωγμοί ακατάπαυστοι, ώστε πολλοί να οδηγηθούν στον εξισλαμισμό. Άλλοι βέβαια προτίμησαν το μαρτύριο και την ομολογία. Οι αφορμές μαρτυρίου τους είναι πολλές. Άλλοι μαρτύρησαν γιατί φόρεσαν ένα φέσι, άλλος γιατί μίλησε για την πίστη του Χριστού, άλλος γιατί ήταν όμορφος, άλλος από φθόνο, άλλος γιατί διαφώνησε στη τιμή των γεωργικών προϊόντων, για χρηματικές διαφορές κλπ.».
Απο το 1881 το Ελληνικό κράτος έφτανε μέχρι και τη Θεσσαλία. Η Μακεδονία, η Ήπειρος και η Θράκη ήταν ακόμα σκλαβωμένες. Στις αρχές του 1900 η Βουλγαρία, εκμεταλλευόμενη την αδυναμία της Τουρκίας, έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό της να προσαρτήσει την Μακεδονία. Γι’ αυτό επιδόθηκε σε δολοφονίες και βιαιοπραγίες για να τρομοκρατήσει τον Ελληνικό πληθυσμό. Ο κίνδυνος να χάσει η Ελλάδα την Μακεδονία γα πάντα ήταν μεγάλος. Η επίσημη Ελλάδα δεν μπορούσε να αντιδράσει μετά τη σφοδρή ήττα που είχε υποστεί από τον ατυχή πόλεμο του 1897. Οι φωνές όμως φωτισμένων ανθρώπων όπως ο Ίωνας Δραγούμης ο οποίος έλεγε : «Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει» καθώς και τα εγκλήματα των Βουλγάρων ξεσηκώνουν τους Έλληνες της ελεύθερης Ελλάδας και έρχονται κατά εκατοντάδες να υπερασπιστούν τη Μακεδονική γη. Αυτοί οργανώνουν αντάρτικα σώματα τα οποία εμπλουτισμένα με το ντόπιο ελληνικό στοιχείο δρούν κυρίως στο βάλτο των Γιαννιτσών. Τα Γιαννιτσά γίνονται το επίκεντρο του Μακεδονικού Αγώνα, γίνονται μια πόλη που ποτίζεται από το αίμα των Ελλήνων ηρώων. Ο Παύλος Μελάς, ο καπετάν Άγρας, οι δικοί μας Γιαννιτσιώτες Γκόνος Γιώτας, ο Μιχαήλ Βαρελάς και η αδελφή του Ελισάβετ, ο Χρήστος Χατζηδημητρίου και πολλοί άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι κάτοικοι των Γιαννιτσών πότισαν με το αίμα τους τη γη, στην οποία εμείς σήμερα κατοικούμε ελεύθεροι.
Κι έτσι φτάνουμε στο 1912 μια χρονιά που το Πάσχα ήταν 25 Μαρτίου. Δυο μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης, το Πάσχα και ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, δυό Πασχαλιές δηλαδή γιορτάστηκαν την ίδια μέρα. Υπήρχε μια προφητεία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού ότι το ποθούμενο δηλ. η απελευθέρωση θα ρθεί, όταν θα πέσουν δυο Πασχαλιές μαζί. Στις 5 Οκτωβρίου 1912 εξορμεί ο Ελληνικός Στρατός με αρχιστράτηγο τον διάδοχο Κωνσταντίνο από τα Θεσσαλικά σύνορα προς Ελασσόνα και Σαραντάπορο όπου σημειώνεται η πρώτη λαμπρή νίκη τους. Μια εβδομάδα αργότερα απελευθερώνονται τα Σέρβια, η Κοζάνη, τα Γρεβενά, η Κατερίνη και η Έδεσσα. Το ελληνικό στρατηγείο περίμενε οι Τούρκοι να δώσουν την μάχη για τη Θεσσαλονίκη στην ανατολική όχθη του Αξιού ποταμού. Όμως ο Τούρκος αρχιστράτηγος Χασάν Ταξίν Πασάς, είτε επειδή δεν ήθελε να δώσει μάχη τόσο κοντά στη Θεσσαλονίκη, είτε επειδή ήθελε να προστατεύσει την ιερή για τους μουσουλμάνους της Μακεδονίας πόλη των Γιαννιτσών προτίμησε να παρατάξει τις δυνάμεις του πιο δυτικά: γύρω από τα Γιαννιτσά. Έτσι οχυρώθηκαν οι Τούρκοι σε μήκος 10 χλμ από τη λίμνη μέχρι το Πάικο και περίμεναν τον Ελληνικό Στρατό που θα προχωρούσε σε ακάλυπτα μέρη και θα ήταν εύκολος στόχος. 19 του μηνός τα προελαύνοντα ελληνικά τμήματα δέχτηκαν τους πρώτους πυροβολισμούς πλησιάζοντας τη γέφυρα Μελισσίου. Μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό ανασυντάχτηκαν και εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση με όλες τους τις δυνάμεις. Με την κάλυψη του πυροβολικού οι μεραρχίες περνάνε τη μοναδική γέφυρα που υπήρχε και παίρνουν θέσεις μάχης μεταξύ Μελισίου και Γιαννιτσών. Έτσι η μάχη γενικεύθηκε σ΄ όλο το μήκος του μετώπου από το Πάικο μέχρι τη λίμνη με τους Έλληνες στρατιώτες να καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες να προχωρήσουν στο ανοιχτό πεδίο για να πλησιάσουν τις εχθρικές θέσεις. Όλα αυτά κάτω από συνεχή βροχή. Όταν έπεσε για καλά το σκοτάδι σταμάτησαν οι πυροβολισμοί. Εκείνη η νύκτα 19 προς 20 Οκτωβρίου ήταν πραγματικά μαρτυρική. Έπρεπε να μείνουν ακίνητοι στις θέσεις τους κάτω από καταρρακτώδη βροχή, νηστικοί, κατάκοποι γιατί ο εχθρός βρισκόταν στα 200-300 μέτρα. Για την επόμενη μέρα 20 Οκτωβρίου ο Τούρκος αρχιστράτηγος Χασάν Ταξίν Πασάς γράφει στα απομνημονεύματά του: «Η αρξαμένη αποφασιστική προέλασις του αντιπάλου από την χαραυγήν της 20ης εξελίσετο σχεδόν με την ιδίαν τακτικήν και τους ίδιους ελιγμούς….οι άντρες μας εμάχοντο με πείσμα και ηρωισμόν απαράμιλλον, αλλά και οι Ελληνες δεν ανεχαιτίζοντο εύκολα παρά τα φονικά πυρά που υφίσταντο εις αποκεκαλυμένον έδαφος. Οβίδες και σφαίρες τους εθέριζον, αλλ΄εκείνοι επροχώρουν και πάλιν. Ο Κωνσταντίνος το είχε πάρει απόφασιν να περάσει όπως και το έκανε..». Τι να πρωτοαναφέρει κανείς από την γενναιότητα των στρατιωτών μας ! Με τι λόγια να περιγράψουμε την αυτοθυσία τους ! Ιδιαίτερα διακρίθηκε για την ορμητικότητά του το 9ο τάγμα ευζώνων με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Παπαδόπουλο, το οποίο στις 8:45 με την υποστήριξη των πυροβολαρχιών της 4ης και της 6ης μεραρχίας κατόρθωσε να καταλάβει το ύψωμα των νεκροταφείων της πόλης στη Μητρόπολη. Έτσι έσπασε η αντίσταση των Τούρκων στο Βόρειο άκρο, επικράτησε πανικός και τράπηκαν σε φυγή προς Θεσσαλονίκη. Τα πρώτα τμήματα που μπήκαν στη πόλη από τον δρόμο της Αξού στις 10 π.μ. ήταν της δεύτερης μεραρχίας με μέραρχο τον Καλάρη. Το μεσημέρι από το ίδιο δρόμο μπαίνει και ο αρχιστράτηγος διάδοχος Κωνσταντίνος με το επιτελείο του. Δημογέροντες της ελληνικής κοινότητας και πλήθος κόσμου τους υποδέχονται μέσα σε παραλήρημα χαράς, με ζητωκραυγές και κωδωνοκρουσίες στην οδό Χατζηδημητρίου, στο ύψος της νέας αγοράς. Ακολούθησε νεκρώσιμη ακολουθία στο ιερό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ενταφιασμός των νεκρών και κατόπιν εψάλλει μεγάλη δοξολογία μπροστά στον αρχιστράτηγο για τη νικηφόρα έκβαση της μάχης. Τα Γιαννιτσά , η Μακεδονία ολόκληρη είναι μετά από πεντακόσια χρόνια Τουρκικής σκλαβιάς ελεύθερη.
Η απελευθέρωση των Γιαννιτσών που γιορτάζουμε σήμερα είναι ένα παράδειγμα ακόμα, πόσο μεγαλουργούμε οι Έλληνες όταν είμαστε μονιασμένοι. Γιατί όπως λέει και στον εθνικό μας ύμνο: «σαν μισούνται ανάμεσά τους , δεν τους πρέπει λευτεριά». Για να θυμηθούμε και τον στρατηγό Μακρυγιάννη, ο οποίος πικραμένος από τις έχθρες που άρχισαν μεταξύ των αγωνιστών του 1821 γράφει στα απομνημονεύματά του: «Αν μας έλεγε κανένας αυτείνη τη λευτεριά όπου θα γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήσει εις τους Τούρκους άλλα τόσα χρόνια, όσο να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα ειπεί πατρίδα, τι θα ειπεί θρησκεία, τι θα ειπεί φιλοτιμία, αρετή, και τιμιότη, Αυτά λείπουν απ’ όλους εμάς, στρατιωτικούς και πολιτικούς.». Αυτά να μάθουμε και μεις οι σημερινοί Έλληνες, και να είμαστε σίγουροι ότι : « η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά, μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τη δόξα τραβά».

1 σχόλιο:

elefsina είπε...

Η Μακεδονία εξακολουθεί και μας σώζει, κύριε συνάδελφε. Σε εποχή πτώσης (πόσους πάτους διαθέτει αυτή η κατάντια;) μόνο η αναδρομή στο παρελθόν, στα ιδανικά και στα πρόσωπα που έκαναν την υπέρβασή τους μας κρατάει ακόμα... Ο αταβισμός είναι φανερός στους Βορείους. Τα σέβη μου.